Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Για την Πίστη και την Πατρίδα...


Έβγα μανούλα να με ιδείς, έβγα να μ’ αγναντέψεις,
το πώς τρομάζου την τουρκιά κι τους Ντερβεναγάδες
τι έχω συντρόφους διαλεχτούς, ν-ούλους Σαρακατσάνους,
στα δόντια παίρνουν το σπαθί στα χέρια το ντουφέκι
κι πέφτουν πάνου στο ουχτρό ωσάν τ’ αστροπελέκι.


Ο Κατσαντώνης σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς γεννήθηκε στο Μύρεση (Μάραθος) των Αγράφων, ενώ με κάποιους άλλους γεννήθηκε στο Βασταβέτσι των Τζουμέρκων. Το πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Ο ιστορικός Ε. Φραγκίστας γράφει ότι ο Κατσαντώνης έγινε Κλέφτης το 1802 σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, επομένως θα πρέπει να γεννήθηκε την άνοιξη του 1777.

Ο Κατσαντώνης κατάγεται από Σαρακατσάνικη οικογένεια των Αγράφων. Πατέρας του ήταν ο τσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης και η μητέρα του ονομαζόνταν Αρετή. Έίχε αλλά τρία αδέρφια και μιά αδερφή: τον Γιώργο Χασιώτη, τον Κώστα Λεπενιώτη, τον Μήτρο ή Κούτσικο (μικρό) και την Κατερίνα. Η οικογένεια του ξεκαλοκαίριαζε στ΄Άγραφα και στα Τζουμέρκα και τον χειμώνα διαχείμαζε στη Λεπενού. Συγγενείς του επίσης ήταν ο Γιώργος Τσόγκας ,ο Δημοτσέλιος ο Καραϊσκάκης και πολλοί άλλοι καπεταναίοι.

Κάποια στιγμή, ο Κατσαντώνης κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από έναν ενοικιαστή βοσκοτόπων του Αλί Πασά που ονομάζονταν Γιάγκος Καραγκούνης. Ο Κατσαντώνης πιάστηκε με την παραπάνω κατηγορία, βασανίσθηκε και στάλθηκε στα Γιάννενα στο Αλή Πασά . Ο Αλή πασσάς ζήτησε λύτρα από το Πατέρα του για να τον αφήσει ελεύθερο, ο οποίος και τα παρέδωσε. Αυτή η περιπέτεια ήταν η αιτία που ο Κατσαντώνης αποφάσισε να βγει στο κλαρί. Χαρακτηριστική ήταν η συνομιλία με την μάννα του πριν φύγει: Μάννα, έλεγε, δεν μπορώ πια αυτή την ζωή θα πάω να γίνω κλέφτης! Αλλά η μάννα του είχε σοβαρές αντιρρήσεις και του έλεγε : -Κατσ’ Αντώνη μ’, Κατσ’ Αντώνη μ’ μην πας! Απ’ αυτή την συνομιλία, του έμεινε το όνομα Κατσαντώνης. Ο Κατσαντώνης σε ηλικία εικοσιπέντε ετών σκοτώσε τον Μπολούκμπαση που τον συνέλαβε και βγαίνει στα βουνά και γίνεται Κλέφτης. Εκεί συναντάει τον θείο του και νουνό του, τον αρχικαπετάνιο Δίπλα και άλλους μεγάλους Κλέφτες όπως ο Νάσιος Κουμπόπουλος ο Τσιάκαλος και άλλους. Μετά από λίγο καιρό τον ακολουθούν τα αδέρφια του και τα ξαδέρφια του, ο Τσόγκας και ο Καραγιαννάκης που αργότερα έγινε και πρωτοπαλίκαρο του. Ο Faurier χαρακτηρίζει τον Κατσαντώνη ως εξής: «εκτός του επιβλητικού παρουσιαστικού του , ο Κατσαντώνης διέθετε όλα τα χαρίσματα για να γίνει ένας μεγάλος κλέφτης. Ήταν γενναίος μέχρι θρασύτητας, πολύ ευκίνητος, ελαφρόσωμος , με πανούργο πνεύμα, και εθερμαίνετο από το αίσθημα της αντεκδίκησης». Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει: «Ητο μετρίου αναστήματος και είχε βλέμμα κεραυνού. Μέλας ,δασύς και μακρύς ο μύσταξ του με φρύδια νεφελώδη και γλυκιά αρμονική φωνή. Τα όπλα του πολυτελέστατα . Μαύρη εκ της πολυχρονίου τριβής η φουστανέλα του και επάνω του έλαμπε ο χρυσός και ο άργυρος. Γνώριζε απ’ έξω όλα τα βουνά και ήταν άριστος γνώστης την στρατηγική του ανταρτοπόλεμου».

Εγκαταστάθηκε μαζί με τα παλικάρια του στην θεσσαλική πλευρά των Αγράφων, εκεί όπου άλλοτε έβοσκε τα πρόβατα του, όπως μας λέει το παρακάτω τραγούδι.


Στις δέκα πέντε τ’ Απριλιού, στις είκοσι του Μάη

oι Κλέφτες κάνουν σύναξη ψηλά στα κορφοβούνια

και κάνουν όρκο στο σπαθί στ’ Άγιο το Βαγγέλιο

Τούρκο να μην αφήσουνε, Ρωμαίικο να γίνει!

Πιάνουν μοιράζουν τα βουνά, μοιράζουν και τους Κάμπους

Ο Κατσαντώνης παίρνει τ’ Άγραφα, τον Βάλτο ο Λεπενιώτης

Κι ο Παπαθύμιος τον Προυσό μαζί με μοναστήρια.

Και πιάσανε τον πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες

Κι ο Παπαθύμνιος φώναξε κι ο Παπαθήμιος λέει:

-Παιδιά γιουρούσι ας κάνουμε και στ’ Άγραφα να πάμε.


Ο Κατσαντώνης ξεκίνησε με δέκα παλικάρια και σε λίγο καιρό αναστάτωσε την Ακαρνανία και τα Άγραφα .Τα πρώτα του παλικάρια ήταν οι εξής: Νάσιος Κουμπόπουλος, ο Καραϊσκάκης, ο Καραγιανάκης, ο Τσόγκας και άλλοι.


Έκατσε ο Αντώνης στ’ Άγραφα να μάσει παλικάρια.

Τα μάζεψε τα μέτρησε, σα δυο και τρεις χιλιάδες,

κι έκατσε και τα διάταξε σαν μάννα και πατέρας.

Δε θέλου κλέφτες για τραγιά , κι κλέφτες για κριάρια

θέλου Κλέφτις για σπαθιά κι Κλέφτες για ντουφέκια.

Μαυρίζουν γύρω τα βουνά μαυρίζουνε και οι κάμποι

Κι οι ρεματιές αχολογούν κι αντιλαλούν οι λόγκοι.

Τι νάνε, κρίνα του βουνού, του κάμπου μαντζουράνες;

Τι νάνε ο αχός που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη;

-Ο Κατσαντώνης πολεμά με τους αρβανητάδες.

Χίλιους σκοτώνει στο βουνό και χίλιους μες τον κάμπο.

Τρία μπαϊράκια πήρε τους και όλον τον τσαχπινέ τους

και σαν τα γίδια τρέχουνε ,σαν πρόβατα σκορπάνε.

Αυτού που πάς μαύρο πουλί , μαύρο μου χελιδόνι

χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι΄αυτόν τον Κατσαντώνη,

πες του να κάτσει φρόνιμα κι όλο ταπεινωμένα,

βγήκε ένας δερβέναγας αυτός ο Βέληγκέκας,

ζητάει κεφάλια κλέφτικα ,κεφάλια αντρειωμένα.

Ο Κατσαντώνης τ’ άκουσε και ξύνει το σπαθί του,

και πήρε δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια.


Ο Κατσαντώνης λέγεται ότι ήταν παντρεμένος με την κόρη ενός καπετάνιου από τα Τζουμέρκα την Αγγελικώ και ότι είχε ένα γιο τον Αλέξανδρο, που τον είχε βάπτισει ο Δίπλας. Εντούτις, ο Κασομούλης γράφει ότι ο Κατσαντώνης ήταν άκληρος. Την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η Σαρακατσάνικη λαϊκή μούσα διαμέσου του παρακάτω περιστατικού: Όταν ο Κατσαντώνης μαζί με τον αδερφό του οδηγιόντουσαν αλυσοδεμένοι στα Γιάννενα, άρρωστος όπως ήταν κάποια στιγμή κουράστηκε και ζητείσαι από τους τούρκους να σταματήσουν για λίγο να ξεκουραστεί.


Ο Κατσαντώνης φώναξε, ο Κατσαντώνης λέει:

-Τούρκοι βαστάτε τ’ άλογα λίγο να ξανασάνω,

να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες

ν’ αφήσω διάτα στα παιδιά, στον Κώστα Λεπενιώτη,

σαν δείτε την γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου

πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,

σαν το μωρό ξαρμάτωτο στα σπάργανα δεμένο.


Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην σύλληψη της οικογενείας του Κατσαντώνη:


Αντώνης εκαθώτανε σε μια ψηλή ραχούλα

και το μουστάκι έτριβε ,τα γένια του ξεγγλίζει.

Τα παλικάρια του ρωτούν τα παλικάρια λένε:

-Αντώνη μου τι σκέφτεσαι, τι είσαι συλλογισμένος;

-Παιδιά μου, μην με βιάζεται να σας το μολογήσω.

Εψές μούρθαν τα γράμματα από τον γερο-Δήμο.

Απέξω λέει το ξώγραμμα και μέσα λέει το γράμμα.

Μου πήραν την γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου.

Χίλιοι τους παν από μπροστά και πεντακόσιοι πίσω,

Κι ο Βεληγγέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι.

Παιδιά μου χαζίρι γίνεται, πάρτε τα ντουφέκια,

μες του Αϊ Γιάννη θα πάγουμε, θα κάνουμε καρτέρι

κι αν τύχει δεν προφτάσουμε, στα Γιάννενα θα μπούμε.


Τον Μάιο του 1805 ο Βεληγκέκας ξεκίνησε για τα Άγραφα με 800 άντρες. Δεν ήταν εύκολο να βρει τον Κατσαντώνη. Κάποια στιγμή ο Βελιγκέκας κατασκήνωσε σε ενός παπά το σπίτι. Την ώρα που έτρωγε πήρε γράμμα από τον Κατσαντώνη που έγραφε: «Βελη-Γκέκα ,λένε πώς με γυρεύεις και παραπονιέσαι πως δεν μπορείς να με βρεις. Αν στ’ αλήθεια έχεις όρεξη , έλα στην Κρύα Βρύση. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω». Ο Κατσαντώνης και ο Βεληγκέκας συναντήθηκαν στην Φιδόσκαλα του Προσηλιάκου, ανάμεσα στα χωριά Μύρεσι και τα Άγραφα. Στην μάχη που ακολούθησε ο Βεληγκέκας έπεσε από το χέρι του ίδιου του Κατσαντώνη. Για την νικηφόρα μάχη του Κατσαντώνη και τον θάνατο του Βεληγκέκα οι Σαρακατσάνοι τραγουδούν:


Βγήκαν Αντώνης στ΄ Άγραφα με τον Καραγιαννάκη

Πήγαινε δίπλα στα βουνά δίπλα στα βιλαέτια.

Γράφουν και στέλνουν μια γραφή σ’ αυτόν τον Βεληγκέκα.

Σε σέ Βελή ντερβέναγα, ρεντζάλι του Βεζίρη,

έλα να πολεμήσουμε ψηλά στο Προσηλιάκο.

Να ιδής τα Κλέφτικα σπαθιά, τα Κλέφτικα ντουφέκια.

Κι ο Βεληγκέκας τ’ άκουσε, βαρύ του κακοφάνει,

και το ασκέρι έμασε και πάνω τους πηγαίνει.

Τι ειν’ το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι,

που βγήκε ο Αντώνης στ’ Άγραφα με τον Καραϊσκάκη.

Πιάνουν γράφουν γράμματα σ’ αυτόν τον Βεληγκέκα.

Και ο Βελής σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνει.

Γραμματικέ μου φώναξε, μάσε τα παλικάρια,

ο Κατσαντώνης καρτερεί μεσ’ του πουλιού την βρύση.

Στις δεκαπέντε του Μαΐου στις είκοσι του μήνα,

ο Βεληγκέκας κίνησε να πάει στον Κατσαντώνη.

Επάνησε κ’ εκόνεξε σ’ ενός παπά το σπίτι.

-Παπά ψωμί! Παπά κρασί! Να ποιούν τα παλικάρια.

Κι εκεί που έτρωγε και έπινε, κι εκεί που ομιλούσε,

Μαύρα μαντάτα τού' ρθανε από τον Κατσαντώνη

Στα γόνατα γονάτισε, Γραμματικέ φωνάζει,

τα παλικάρια σύναξε κ’ όλο τον νταϊφά μου.

Εγώ πηγαίνω μπρος στη κρύα την βρυσούλα.

Στην στράτα που επήγεναι στην στράτα που πηγαίνει.

Οι κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκοροτούσαν.

Που πάς Βελή Μπολούκμπαση, ρετσάλη του βεζίρη;

Σε σένα Αντώνη κερατά σε σένα Κατσαντώνη!

Ο Κατσαντώνης φώναξε από το μετερίζι.

Δεν είναι εδώ τα Γιάννινα δεν είναι δω ραϊάδες,

εδώ είναι αντρείος πόλεμος, και Κλέφτικα ντουφέκια.

Τρία ντουφέκια τού' δωσαν τα τρία αράδα – αράδα,

το να τον πήρε ξώδερμα, και τ’ άλλο στο κεφάλι,

το τρίτο το φαρμακερό, τον πήρε στην καρδιά,

το στόμα αίμα γέμισε, τα χείλη του φαρμάκι.


Μία άλλη παραλλαγή του τραγουδιού:


Ο Βεληγκέκας τρώει ψωμί σ’ ενός παπά το σπίτι

και τα χαμπάρια του ‘ρθανε από τον Κατσαντώνη:

Να ‘ρθείς Βελή μ’ να σμίξουμε να ‘ρθείς ν’ ανταμωθούμε,

απάνω στη φιδόσκαλα, ψιλά στο Προσηλιάκο.

Σήμερα θα το δείξουμε ποιος είναι παλικάρι.

Και του Τσαούση φώναξε και το σπαθί του ζώνει.

- Τσαούση μέρασ’ το ψωμί σ’ ούλα τα παλικάρια

κι εγώ θα πάω ‘σια μπροστά μου παραγγέλν’ ο Αντώνης ,

μου κάνει τον παλικαρά ο παλιοχαϊντούτης

Κι ο Αντώνης τον καρτέραγε ψηλά στο Προσηλιάκο.

Δύο ντουφέκια τού’ ριξε τα δυο αράδα - αράδα,

μα και τα δυο τον πήρανε ανάμεσα στα στήθια.


Ο Faurier λέει πως ο θάνατος του Βεληγκέκα ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Κατσαντώνη. Η παράδοση όμως λέει ότι οι δύο άντρες ήταν αδερφοποιτοί και όταν σκοτώθηκε ο Βεληγκέκας ο Κατσαντώνης φώναξε τους Κλέφτες και τους αρβανίτες να σταματήσουν την μάχη, για να θάψουν τον νεκρό. Έτσι σαράντα κλέφτες από την μία πλευρά και σαράντα αρβανίτες από την άλλη έθαψαν τον Βεληγκέκα στο διάσελο του Προσηλιακού ρίχνοντας τουφεκιές στον αέρα. Το 1805 -6 στην μάχη που έγινε στην θέση «Ληστής» του Βάλτου με τον Μπεκίρ Τσογαδόρο τραυματίζεται στο πόδι και πηγαίνει στη Λευκάδα να αποθεραπευτεί. Εκεί γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια και άλλους οπλαρχηγούς. Το 1807 γίνεται γενική σύναξη όλων των καπεταναίων στην Λευκάδα με παρουσία του Καποδίστρια και του στρατηγού του ρώσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου και του Δεσπότη Ναυπακτίας Ιγναντίου, όπου ο Κατσαντώνης ανάμεσα σε όλα τα μεγάλα ονόματα των Κλεφταρματολών (Κολοκοτρώνης , Καραϊσκάκης ,Νικηταράς, Τζαβέλας) ανακηρύχτηκε παμψηφεί αρχηγός όλων των κλεφτών:


Στης Παναγιάς την εκκλησιά στο κάμπο της Λευκάδας,

Kαπεταναίοι κάθονται και όλοι καρτερούνε,

τον Κατσαντώνη καρτερούνε , τον Κατσαντώνη καρτερούν, το πρώτο παλικάρι,

για να τον κάνουν αρχηγό της Kλεφτουριάς καμάρι.


Η σύναξη έγινε στην Αγία Μαρίνα της Λευκάδας που πραγματοποιήθηκε στο προαύλιο της Παναγίας τον Ιούνιο του 1807. Εκεί του προτάθηκε από τον Καποδίστρια και τον Ρώσο στρατηγό να ενταχτεί στον Ρώσικο στρατό. Η απάντηση του Κατσαντώνη ήταν η εξής: «Με χρειάζονται περισσότερο οι Κλέφτες μου στα βουνά , παρά ο Ρωσικός στρατός» και γυρίζει στα λημέρια του. Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην νικηφόρα μάχη που έδωσε ο Κατσαντώνης με τον Γιουσούφ Πασά στο Ξηρόμερο:


Τι έχουν οι Κάμποι κι βροντούν και τα βουνά να τρίζουν

Ο Σουφ ραπης πολεμάει με δυο και τρεις χιλιάδες

Μια βλαχοπούλα φώναξε απ’ την ψηλή ραχούλα

Πάψε αράπ’ τον πόλεμο πάψε και το ντουφέκι

Να κατακάτσ’ ου κουρνιαχτός να σηκωθεί η αντάρα

Να συνταχτεί τ’ ασκέρι μας να δούμε πόσοι λείπουν.

Μετριούνται οι τούρκοι τρεις βολές και λείπουν τρεις χιλιάδες

Μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες.


Ο Αλί πασσάς για να εκδικηθεί τον Κατσαντώνη συλλαμβάνει τους γονείς του και τους βασανίζει μέχρι θανάτου. Παράλληλα στέλνει σώματα Αλβανών προς καταδίωξη του Κατσαντώνη. Τα σώματα των Αλβανών και ο Κατσαντώνης συναντήθηκαν στην Τριφύλα της Ευρυτανίας την άνοιξη του 1805 εκεί που ήταν το λημέρι του Κατσαντώνη. Σε αυτό το μέρος ξεκαλοκαίριαζε ο τσέλιγκας Γαλανός, που ήταν καταδότης του κοτζαμπάση της Ρεντίνας Τσολάκογλου, από φόβο όμως ήταν αναγκασμένος να τροφοδοτεί και το Κατσαντοναίηκο ασκέρι. Κάποια στιγμή ειδοποίησε κρυφά τον δερβέναγα της περιοχής, Ιλιάσμεη, ότι ο Κατσαντώνης βρίσκεται στην περιοχή. Ο Κατσαντώνης, πληροφορήθηκε για την προδοσία του Γαλανού και τους περίμενε. Όταν Ιλιάσμεης έφτασε επικεφαλής τετρακοσίων Αλβανών στο σημείο που τους είχε στήσει καρτέρι ο Κατσαντώνης πάθανε πραγματική πανωλεθρία. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο ίδιος ο Ιλιάσμεης που έπεσε από το χέρι του Κατσαντώνη. Η λαϊκή μούσα για την παραπάνω μάχη μας μεταφέρει το παρακάτω τραγούδι:


Τι είναι το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι,

Που βγήκε ο Αντώνης στ΄ Άγραφα με τον Καραγιανάκη

Και πήρε ντέβλι τα χωριά, ντέβλι τα βιλαέρτια

Πήγαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη.

Γυρεύει το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια.

Γυρεύει το κορίτσι του κι’ άλλες πέντε νιφάδες.

Γυρεύει και την τσούπρα του να την φιλήσ’ ο Αντώνης.

-Ας είναι, ας είναι Αντώνη μου εγώ θα σου τις φέρω.

Κι ο Γαλανός ξεκίνησε να πάει στη Ρεντίνα.

-Πολλά τα έτη Λιάζαγα.

-Καλώς τον τον σκουτέρη.

-Σαν τι χαμπάρια Γαλανέ μας φέρνεις απ’ την στάνη;

-Τι να σου πω Ελιάζαγα τι να σου μολογήσω.

Ο Κατσαντώνης στο μαντρί με τον Καραγιαννάκη.

Γυρεύουν το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια

γυρεύουν το κορίτσι μου, κ’ άλλες πέντε νιφάδες.

Ας ειν’ ας είναι Γαλανέ κι εγώ θα τους βαρέσω.

Ο Λιάζαγας ξεκίνησε και στη Τριφύλλα πάει.

Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε από το μετερίζι.

-Που πάς Λιαζοντερβέναγα που πάς παλιό μουρτάρι;

Εδώ έχω τα κλεφτόπουλα εδώ έχω χασάπες.

Τρία ντουφέκια τού ριξαν , τα τρία αράδα - αράδα.

Τόνα τον παίρνει στο πλευρό και τ’ άλλο στο κεφάλι.

Το τρίτο το φαρμακερό ανάμεσα στα μάτια.

Τους Τούρκους παίρνουνε μπροστά και στο Κλειστό τους κλειούνε.


Μια άλλη παραλλαγή του τραγουδιού είναι η εξής.


Οι μαύροι τι θα γίνουμε φέτος το καλοκαίρι

που βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη

και πιάσαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη.

Πιάνουν δένουν τους μπιστικούς και τους τσοπαναραίους.

Και χάλεψαν για ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια

Κι ου Γαλανός σαν τό' μαθε στον πασά παένει

-Καλημέρα σου Αλή πασσά καλώς τον τσέλιγκα μου.

-Τι χαμπάρια Γαλανέ , πώς ειν’ τα πρόβατα μας;

-Μαύρα χαμπάρια Μπέη μου από τα πρόβατα μας

Βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη

κι μας χαλεύουν ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια.

-Παιδιά ποιος ξέρει γράμματα ποιος ξέρει καλαμάρι;

-Ξέρει το τσελιγκόπουλο γράμματα, καλαμάρι.

-Πες μας τσελιγκόπουλο, πες μας τα πρόβατά μας.

-Πέντε χιλιάδες πρόβατα κι τέσσαρες τα γίδια

κι αυτά τα βοϊδογέλαδα σωστά είναι πεντακόσια.

Μαύροι τι θα γένουμε, τούτο το καλοκαίρι,

βγήκαν ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη

και πήραν ντέβρι τα βουνά ντέβρι τις βλαχοστάνες

κι αλούθε παίρνουν πρόβατα κι αλούθε παίρνουν λύτρα.

Μας πήρανε τον τσέλιγκα με το παιδί του αντάμα

κι μας χαλεύουν ξαγουρά πέντι χιλιάδις γρόσια.


Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο Αλή πασσας συνέλαβε βασάνισε και σκότωσε τους γονείς του Κατσαντώνη για να τον αναγκάσει να παραδοθεί. Όταν ο Κατσαντώνης έμαθε για τον θάνατο των γονιών του τότε ο πόλεμος πήρε άλλη μορφή έγινε σκληρός, ανελέητος, πολύ βίαιος και πολύ εκδικητικός. Ο Δ. Σταμέλος γράφει σχετικά: «ο κλέφτης αναζητούσε την μάχη με λύσσα και φανταζότανε να τον ακολουθεί η σκιά της μάνας του φωνάζοντας εκδίκηση». Η λαϊκή μούσα έπλασε το παρακάτω τραγούδι:


Έβγα μανούλα να με ιδείς, έβγα να μ’ αγναντέψεις,

το πώς τρομάζου την τουρκιά κι τους Ντερβεναγάδες

τι έχω συντρόφους διαλεχτούς, ν-ούλους Σαρακατσάνους,

στα δόντια παίρνουν το σπαθί στα χέρια το ντουφέκι

κι πέφτουν πάνου στο ουχτρό ωσάν τ’ αστροπελέκι.


Κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και αποφάσισε να αποσυρθεί στα Αγραφιώτικα βουνά πιστεύοντας ότι ο αέρας των Αγράφων θα έκανε καλό στη υγεία του. Ανέθεσε την αρχηγεία των κλεφτών στον αδερφό του Κώστα Λεπενιώτη, και αυτός με τον άλλον αδερφό του Γιώργο Χασιώτη και πέντε παλικάρια του αποσύρονται στην αρχή στον μοναστήρι του Άγιου Ιωάννη και αργότερα σε μία σπηλιά στην πλαγιά του βουνού Φούρκα. Αυτή η σπηλιά έμελλε να είναι η τελευταία κατοικία του Κατσαντώνη, ο αδερφός του Γιώργος και τα πέντε παλικάρια του έμελλε να είναι οι τελευταίοι σύντροφοι του μεγαλύτερου Κλέφτη. Κάποιο πρωινό, ο αδερφός του ξύπνησε και του λέει:


Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.

Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,

ούτε και πέρα πέρασα, ούτε και δώθε βγήκα,

μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.

Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,

βλέπω δύο ελάφια πόβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.

-Ξήγατο Αντώνη μ’ ξήγα το, το μαύρο Όνειρό μου.

-Το κόκκινο είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.

Τα δύο αδέρφια είμαστε μείς παλιοκαψάλα οι τούρκοι.


Γύρω στην μία ώρα μακριά από την σπηλιά υπήρχε μία βρύση. Εκεί πήγαινε κάθε πρωί ο Γιώργος Χασιώτης να φέρει νερό για τον άρρωστο αδερφό του, τα υπόλοιπα παλικάρια φύλαγαν καραούλι πίσω στην σπηλιά. Όμως το κρησφύγετο του Κατσαντώνη προδόθηκε στον Άγο Βασιάρη, έτσι ένα πρωί που ο Γιώργος Χασιώτης πήγε να πάρει νερό βρήκε «ταμπούρια τούρκικα την βρύση χαλασμένη» όπως μολογάει το παρακάτω τραγούδι:


Σηκώθ’κει ο Γιώργος την αυγή νερό να πάει να φέρει,

βρίσκει ταμπούρια τούρκικα και τούρκους να φιλάνε.

Και πίσω ο Γιώργος γύρισε και στον Αντώνη πάει.

-Σήκου Αντώνη μ’ να φύγουμε, πάμε κάτου στον Βάλτο.

Μας πρόδωσαν οι φίλοι μας, οι αδερφοποιτοί μας

Πολλοί μαύροι μας πλάκωσαν, μαύροι σαν καλιακούδια.

Μην είναι ο Τσόγκας πόυ' ρχεται μην είναι ο Λεπενιώτης

Ούτ’ είναι ο Τσόγκας πώ' ρχεται, ούτ’ είναι ο Λεπενιώτης

Μον’ ο Μουχουρντάραγας με τους τσοχανταραίους,

φέρνει σαΐνια του πασά, ασκέρι του βεζίρη.

Και η συντροφιά τον άφησε, οι φίλοι κι οι δικοί του.

Γιώργος Χασιώτης στάθηκε ο μαύρος αδερφός του

-Αντώνη μου μη σκιάζεσαι , στο νου σου μην το βάνεις

Αντάμα θα πεθάνουμε, κι αντάμα θα χαθούμε

-Τράβα Χασιώτη μ’ τράβηξε να μην χαθείς μ’ εμένα,

γιατί είναι οι τούρκοι ποιο πολλοί κι σύ σε μοναχός σου

για να γλιτώσεις αδερφέ το αίμα μου να σύρεις.


Ο Άγος Βασιάρης πολιορκεί την σπηλιά με 700 τουρκαλβανούς και ζητάει από τον Κατσαντώνη να παραδοθεί. Ο Κατσαντώνης καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους τουρκαλαβανούς και αποφασίζουν να διαφύγουν. Ο Χασιώτης παίρνει στους ώμους του τον άρρωστο αδερφό του και προσπαθεί να διαφύγει, τα υπόλοιπα παλικάρια προσπαθούν να καλύψουν την αποχώρησή τους, πολεμώντας σαν λιοντάρια με την ελπίδα ότι θα τους ακούσει το υπόλοιπο Κατσαντωναίηκο ασκέρι, θα έρθουν για βοήθεια όπως λέει το παρακάτω τραγούδι.


Πολλά ντουφέκια πέφτουνε μες΄ το Μοναστηράκι.

Μήνα στο γάμο πέφτουνε, μήνα στο πανηγύρι;

Ούτε στον γάμο πέφτουνε ούτε στο πανηγύρι.

Κατσαντωναίοι πολεμούν με τους Μουχουρνταραίους.

-Πολέμα Γιώργο δυνατά πολέμα αντρειωμένα,

μήπως ακούσουν τα παιδιά μήπως ακούσει ο Κώστας

να πάνε να τον πιάσουνε στην ράχη στην Κατάρα.


Για βοήθεια του Κατσαντώνη και των συντρόφων του έσπευσε μία ομάδα κλεφτών ,που σύμφωνα με την παράδοση άνηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη, αλλά δεν πρόλαβε να προλάβει τους τουρκαλβανούς που κατευθύνονταν προς τα Γιάννενα .


Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι

μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε.

-Πως σού'ρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι,

να σ' έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,

να σ΄έχει πιάσει η αρβανιτιά κι αυτός ο Μουχουρντάρης


Για το ποιος πρόδωσε τον Κατσαντώνη έχουν ειπωθεί πολλά. Ο Yemeniz ο οποίος συνάντησε το 1852 στ’ Άγραφα το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη, τον Καραγιαννάκη, από τον οποίον πήρε πολλές πληροφορίες για τον αρχηγό όλων των κλεφτών, λέει ότι το κρησφύγετο του Κατσαντώνη το πρόδωσε μια γυναίκα Καρπενησιώτισσα που του πήγαινε τρόφιμα και βότανα. Ο Επ. Φραγκίστας αναφέρει κάποιον βλαχοποιμένα, τον Ιωάννη Γκούρλια, ο δε Κασομούλης αναφέρει κάποιον Αθ. Γκούρλια ενώ η λαϊκή μούσα αναφέρει τα εξής:


Για σήκω Κατσαντώνη μου, για σήκω καπετάνιε,

Μας πρόδωσαν, μας πλάκωσαν οι σκυλοαρβανίτες.

Μας πρόδωσε, μας έδωσε σ’ αυτούς ο παλιό- Γκούρλιας.


Ο Κ. Ράμφος όμως λέει ότι τον Κατσαντώνη τον πρόδωσε κάποιος καλόγερος που ονομάζονταν Καρδερίνης. Αυτή την άποψη σεβάστηκε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημα του.


Ένας παπάς τον πρόδωσε μαχαίρι να του γένη,

Η κοινωνία που τόβαψε τ’ αφορισμένο στόμα

Θηλιά κι αστρίτης στον λαιμό το άγιο του πετραχήλι

να μην βρεθεί πνευματικός να τον εξομολογήσει

κι αγαπημένα δάχτυλα τα μάτια του να κλείσουν.


Η λαϊκή μούσα ακολούθησε τον Κατσαντώνη σε όλη την διαδρομή από την ώρα της σύλληψης του έως τα Γιάννενα.


Ο Κατσαντώνης φώναξε, ο Κατσαντώνης λέει:

-Τούρκοι βαστάτε τ’ άλογα λίγο να ξανασάνω,

να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες

ν’ αφήσω διάτα στα παιδιά, στον Κώστα Λεπενιώτη,

σαν δείτε την γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου

πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,

αρρωστημένο μ’ ήβραν, ξαρμάτατο στο στρώμα

ωσάν μικρό στην κούνια μου στα σπάργανα δεμένο.


Και η λαϊκή μούσα συνεχίζει:


Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι,

μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε:

-Πώς σ' ούρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι

να σ' έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,

να σ' έχει πιάσει η αρβανιτιά κι αυτός ο Μουχουρντάρης;

Στα Γιάννενα σε πάγαιναν στην πόρτα του βεζίρη.

Βεζίρης τον αγνάντευε από το παραθύρι

Καλώς τον Μουχουρντάρ αγά, καλώς τόνε, παιδί μου.

Μουχουρντάρι ,τι ομολόγημα; Κάνα καλό χαμπέρι;

Τον Κίτσιο Αντώνη σού φερα πισθάγκωνα δεμένο.

Και πάλι:


Τι γύρευες Αντώνη μου ψιλά στο Καρπενήσι

Δε σύλλεγε ο Μπότσαρης κι ο Φώτος ο Τζαβέλας,

-Αντώνη κάτσε στη Φραγκιά να γίνεις καπετάνιος

Και συ τους αποκρινόσουνα και απολογιόσουνα:

-Εγώ δεν μένω στην Φραγκιά ,μες τα νησιά δεν μένω

Τι το μαθαίνει ο Αλή πασιάς με την αρβανιτιά του,

Και λέει: Ο Αντώνης φράγκεψε και γράφτηκε σολντάτος.


Μετά την σύλληψη του Κατσαντώνη και του αδερφού του Χασιώτη οδηγήθηκαν στα Γιάννενα στον Αλή πασσά. Αυτός προς το παρόν αποφάσισε να μη τον σκοτώσει «γιατί είναι κρίμα να φονευτεί ένα τέτοιο παλικάρι», αλλά είχε τον λόγο του. Ο Αλί πασσάς τους έκλεισε στην φυλακή και την παραμονή του Πάσχα του 1809 τους μετέφερε στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων κάτω από ένα πλάτανο, όπου ήταν τόπος μαρτυρίου και εκτέλεσης πολλών αγωνιστών. Εκεί ένας γύφτος με ένα μεγάλο σφυρί και με ένα αμόνι τους έσπαγε ένα-ένα τα κόκαλα, έπειτα από τα φριχτά μαρτύρια τα δύο αδέρφια κρεμάστηκαν από τον πλάτανο. Ο Βαλαωρίτης γράφει «Ο πλάτανος ήτο εν Ιωαννίνοις ο τόπος της καταδίκης και των μαρτυρίων , ο αιμοσταγής Γολγοθάς ,επί του οποίου εβασανίσθησαν τοσούτοι και τοσούτοι ήρωες». Ο Fauriel συνεχίζει «η απόφασης εξετελέσθη εις τα Ιωάννινα, εις την πλατείαν ενώπιον ενός πλήθους Τούρκων, οι οποίοι προσπαθούσαν με ύβρεις, με κατάρες και με προσβολές να επαυξήσουν τα βάσανα των δύο θυμάτων». Ο Βαλαωρίτης μας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τον θάνατο του Κατσαντώνη και του Χασιώτη.





Εσείς όπου τον είδατε ψηλά στα κορφοβούνια,

σταυραετοί και πέρδικες, ξεφτέρια, χελιδόνια,

ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.

Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου, κλάψτε.

Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι

κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.

Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,

νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια

και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:

Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι.


Η Λαϊκή μούσα τραγουδά:


Τι έχουν της Γκούρας τα βουνά και στέκουν μαραμένα.

Πό' χουν μεγάλη κορυφή στα σύννεφα κρυμμένη.

Μην τάχα μπόρες και βροχές, σεισμοί κι αστροπελέκια.

Τα παραδέρνουν άσκοπα και τα βροντοχτυπάνε!

Αρματολός ξακουστός λιοντάρι των Αγράφων

στ' όνομα του έτρεμι η γης όπου πατούσε,

όταν περνούσε τα βουνά, γερνούν τον χαιρετούνε!

Σκούζουν αετοί στα σύννεφα, στα έλατα τα αηδόνια.

Δέντρα, βουνά και σύννεφα, λουλούδια και γεράνια,

τρέμουν, σπαράζουν στ’ όνομα του Κλέφτη Κατσαντώνη.


Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010